Το κομπολόι στην Ελλάδα ιστορικά υπήρξε από τη μία σύμβολο γοήτρου και εξουσίας των προυχόντων, και από την άλλη αξεσουάρ των ανθρώπων του υποκόσμου, των ρεμπέτηδων και των χασικλήδων. Κομπολόι κρατούσαν οι μάγκες του υποκόσμου, κομπολόι και ο Αρχηγός της Χωροφυλακής.
Έτσι, οι μάγκες στριφογυρνούσαν κομπολόγια από ευτελή υλικά και βροντοχτυπούσαν τις χάντρες για να δηλώσουν την παρουσία τους, ενοχλώντας επίτηδες τους ανθρώπους γύρω τους. Αφαίρεσαν και την φούντα διότι δεν βόλευε στο στριφογύρισμα και στο βροντοχτύπημα των χαντρών. Οι οικονομικά ασθενέστεροι έκαναν το ίδιο, διότι η μεταξένια φούντα κόστιζε. (Εκ του Wikipedia).
Το κομπολόι στην νεώτερη Ελλάδα, από τη μια υποκαθιστά την ανάγκη αποστασιοποίησης από κάποιους εθισμούς ή έξεις, όπως π.χ. το κάπνισμα ή το ξύσιμο (!!!), από την άλλη θεωρείται ως σύμβολο δύναμης και υπεροχής από κάποιους, οι οποίοι διακατέχονται από συμπλέγματα διαφόρων τύπων, ή δεν έχουν να επιδείξουν κάτι άλλο.
Στο τελευταίο πλαίσιο πρέπει να ενταχθεί και το περπατητό κομπολόγισμα σε τόπους συνάθροισης κοινού, εν είδει επίδειξης ή προβολής λαϊκών καταβολών. Βλέπετε η διαφορά μεταξύ του λαϊκός και λαϊκισμός, δεν έχει γίνει κατανοητή ακόμη, από αρκετούς.
ΚΑΙ
Ο ΝΟΩΝ ΝΟΕΙΤΩ …..